αναθεματίζω


αναθεματίζω
(Α ἀναθεματίζω)
1. καταριέμαι, βλασφημώ
2. (παθ. μτχ.) αναθεματισμένος, -η, -ο
(αρχ.-μσν. ἀνατεθεματισμένος, -η, -ον) ο άξιος κατάρας ή αποστροφής, καταραμένος
(Εκκλ.) παραδίδω κάποιον στο ανάθεμα, αποκηρύσσω, καταδικάζω, αφορίζω
αρχ.
προσφέρω ως ανάθημα, αφιερώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάθεμα.
ΠΑΡ. αναθεματισμός
νεοελλ.
αναθεμάτιση, αναθεμάτισμα, αναθεματιστής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναθεματίζω — devote to evil pres subj act 1st sg ἀναθεματίζω devote to evil pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναθεματίζω — αναθεματίζω, αναθεμάτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναθεματίζω — ρ. μετβ. 1) предавать анафеме, отлучать от церкви; 2) проклинать …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αναθεματίζω — [анатэматизо] р. проклинать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναθεματίζω — τισα, ίστηκα, ισμένος 1. (εκκλησ.), αφορίζω κάποιον: Μερικές θρησκευτικές οργανώσεις ζητούσαν από την εκκλησία να αναθεματιστούν ορισμένοι συγγραφείς. 2. καταριέμαι: Αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που έμπλεξε με τέτοιους συνεταίρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναθεματίσατε — ἀναθεματίζω devote to evil aor imperat act 2nd pl ἀ̱ναθεματίσατε , ἀναθεματίζω devote to evil aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀναθεματίζω devote to evil aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθεματίσει — ἀναθεματίζω devote to evil aor subj act 3rd sg (epic) ἀναθεματίζω devote to evil fut ind mid 2nd sg ἀναθεματίζω devote to evil fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθεματίσουσι — ἀναθεματίζω devote to evil aor subj act 3rd pl (epic) ἀναθεματίζω devote to evil fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναθεματίζω devote to evil fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθεματίσουσιν — ἀναθεματίζω devote to evil aor subj act 3rd pl (epic) ἀναθεματίζω devote to evil fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναθεματίζω devote to evil fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθεματίσῃ — ἀναθεματίζω devote to evil aor subj mid 2nd sg ἀναθεματίζω devote to evil aor subj act 3rd sg ἀναθεματίζω devote to evil fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.